Το πυογόνο κοκκίωμα στη μύτη είναι μια καλοήθης αγγειακή βλάβη που μπορεί να μεγαλώνει γρήγορα και να αιμορραγεί εύκολα. Ο ακριβέστερος ιστολογικός όρος είναι λοβιακό τριχοειδικό αιμαγγείωμα. Παρότι η ονομασία του περιλαμβάνει τις λέξεις «πυογόνο» και «κοκκίωμα», δεν πρόκειται συνήθως για λοίμωξη ούτε για αληθινό κοκκίωμα.
Η βλάβη είναι σπάνια μέσα στη ρινική κοιλότητα, αλλά πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όταν υπάρχουν επαναλαμβανόμενες ρινορραγίες από τη μία πλευρά και ένα ορατό ερυθρό μόρφωμα. Η διάγνωση δεν γίνεται μόνο από την εμφάνιση, επειδή και άλλες καλοήθεις ή σοβαρότερες παθήσεις μπορεί να παρουσιάζουν παρόμοια εικόνα.
Πώς μοιάζει η βλάβη
Το πυογόνο κοκκίωμα εμφανίζεται συχνά ως ερυθρή ή ερυθροϊώδης μάζα με λεία ή λοβωτή επιφάνεια. Μπορεί να έχει μικρό μίσχο, να είναι εύθρυπτο και να αιμορραγεί με ελάχιστη επαφή. Η επιφάνειά του μερικές φορές παρουσιάζει εξέλκωση ή κρούστα.
Στη μύτη εντοπίζεται συχνά στο πρόσθιο τμήμα του ρινικού διαφράγματος, όπου υπάρχουν πολλά αγγεία, αλλά μπορεί να εμφανιστεί και στις ρινικές κόγχες ή βαθύτερα στη ρινική κοιλότητα. Το μέγεθος ποικίλλει από λίγα χιλιοστά έως αρκετά μεγαλύτερη μάζα.
Ποια συμπτώματα προκαλεί το πυογόνο κοκκίωμα
Το συχνότερο σύμπτωμα είναι η υποτροπιάζουσα ρινορραγία. Η αιμορραγία μπορεί να ξεκινά χωρίς εμφανή λόγο ή μετά από φύσημα και μικρό τραυματισμό. Επειδή η βλάβη περιέχει πολλά τριχοειδή αγγεία, ακόμη και μια μικρή επιφάνεια μπορεί να αιμορραγεί εντυπωσιακά.
Όταν μεγαλώνει, μπορεί να προκαλέσει μονόπλευρο μπούκωμα, αίσθημα ξένου σώματος, έκκριση ή μειωμένη όσφρηση. Ο πόνος δεν είναι το κύριο χαρακτηριστικό, αλλά μπορεί να εμφανιστεί μετά από τραυματισμό ή όταν υπάρχει ερεθισμός της γύρω περιοχής.
Ποιοι παράγοντες συνδέονται με την εμφάνισή του
Η ακριβής αιτία δεν είναι πάντα γνωστή. Τοπικός τραυματισμός, επαναλαμβανόμενο σκάλισμα της μύτης και προηγούμενη επέμβαση έχουν αναφερθεί ως πιθανοί παράγοντες. Ο ερεθισμός μπορεί να ενεργοποιήσει υπερβολική αγγειακή αντίδραση και ανάπτυξη ιστού.
Ορμονικοί παράγοντες φαίνεται επίσης να παίζουν ρόλο. Η βλάβη έχει περιγραφεί συχνότερα στην εγκυμοσύνη και σε άτομα που λαμβάνουν ορμονική αντισύλληψη, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι κάθε περίπτωση οφείλεται στις ορμόνες. Σε πολλούς ασθενείς δεν εντοπίζεται συγκεκριμένος εκλυτικός παράγοντας.
Γιατί χρειάζεται εξέταση από ΩΡΛ
Μια μάζα μέσα στη μύτη που αιμορραγεί πρέπει να εξετάζεται και να μην αποδίδεται αυτόματα σε ξηρότητα ή απλό τραυματισμό. Ο ΩΡΛ ελέγχει το σημείο προέλευσης, το μέγεθος, την αγγείωση και τη σχέση της βλάβης με τις ρινικές κόγχες και το διάφραγμα.
Η ρινική ενδοσκόπηση επιτρέπει λεπτομερή παρατήρηση και εντοπισμό πιθανής αιμορραγίας. Δεν πρέπει να γίνεται προσπάθεια αφαίρεσης ή επανειλημμένης πίεσης στο σπίτι, επειδή μπορεί να προκληθεί σημαντική αιμορραγία.

Πώς γίνεται η διάγνωση
Η εμφάνιση και το ιστορικό μπορεί να δημιουργήσουν ισχυρή υποψία, αλλά η οριστική διάγνωση γίνεται με ιστολογική εξέταση. Στο μικροσκόπιο φαίνεται χαρακτηριστική λοβιακή διάταξη μικρών τριχοειδών αγγείων. Η ιστολογία επιβεβαιώνει τη βλάβη και αποκλείει άλλες οντότητες.
Για μεγαλύτερες ή βαθύτερες μάζες μπορεί να ζητηθεί αξονική ή μαγνητική τομογραφία. Η απεικόνιση βοηθά να εκτιμηθεί η έκταση, η έντονη αγγείωση και τυχόν επίδραση στις γύρω δομές. Η ανάγκη για βιοψία πριν από την οριστική αφαίρεση κρίνεται εξατομικευμένα, επειδή η βλάβη αιμορραγεί εύκολα.
Με ποιες παθήσεις μπορεί να συγχέεται το πυογόνο κοκκίωμα
Στη διαφορική διάγνωση περιλαμβάνονται ένας απλός ρινικός πολύποδας, άλλα αιμαγγειώματα, φλεγμονώδης ιστός και αγγειοΐνωμα. Σπανιότερα, ορισμένοι κακοήθεις όγκοι της ρινικής κοιλότητας μπορεί επίσης να προκαλούν μονόπλευρη απόφραξη και αιμορραγία.
Η ηλικία, το φύλο, η θέση της βλάβης και η απεικονιστική εικόνα βοηθούν στην εκτίμηση, αλλά δεν αντικαθιστούν την ιστολογία. Για αυτό μια μάζα που μεγαλώνει ή αιμορραγεί επανειλημμένα χρειάζεται οργανωμένο έλεγχο και όχι επαναλαμβανόμενους καυτηριασμούς χωρίς διάγνωση.
Πώς αντιμετωπίζεται το πυογόνο κοκκίωμα
Η συχνότερη αντιμετώπιση είναι η πλήρης ενδοσκοπική αφαίρεση και ο έλεγχος της βάσης με καυτηριασμό ή άλλο μέσο αιμόστασης. Η τεχνική επιλέγεται ανάλογα με το μέγεθος, τη θέση και την αγγείωση. Σε ορισμένες επιφανειακές βλάβες μπορεί να χρησιμοποιηθούν διαφορετικές τοπικές τεχνικές, αλλά η πλήρης αφαίρεση προσφέρει και υλικό για ιστολογικό έλεγχο.
Μεγάλες ή πολύ αγγειοβριθείς βλάβες απαιτούν προσεκτικό προεγχειρητικό σχεδιασμό. Σπανιότερα μπορεί να χρειαστεί εμβολισμός για τον περιορισμό της αιμορραγίας. Στην εγκυμοσύνη, η απόφαση για χρόνο και τρόπο θεραπείας λαμβάνει υπόψη τη βαρύτητα των επεισοδίων και την ασφάλεια μητέρας και εμβρύου.
Μπορεί να εμφανιστεί ξανά;
Υποτροπή μπορεί να συμβεί, ιδίως αν παραμείνει τμήμα της βάσης ή συνεχίζεται ο τοπικός ερεθισμός. Μετά την αφαίρεση προγραμματίζεται επανέλεγχος για την επούλωση και την έγκαιρη αναγνώριση νέας ανάπτυξης. Η συχνότητα και η διάρκεια παρακολούθησης εξαρτώνται από το μέγεθος και τα ιστολογικά ευρήματα.
Μέχρι την εξέταση, αποφύγετε το σκάλισμα, την έντονη χρήση ρινικών εργαλείων και την αυθαίρετη εφαρμογή καυστικών ουσιών. Σε περίπτωση ρινορραγίας καθίστε με το κεφάλι ελαφρά προς τα εμπρός και πιέστε το μαλακό μέρος της μύτης. Αιμορραγία που δεν σταματά, προκαλεί αδυναμία ή είναι μεγάλη χρειάζεται άμεση ιατρική βοήθεια.
Πότε πρέπει να κλείσετε ραντεβού
Επισκεφθείτε ΩΡΛ όταν παρατηρήσετε επαναλαμβανόμενη ρινορραγία από το ίδιο ρουθούνι, ορατή μάζα, μονόπλευρο μπούκωμα και σταδιακή αύξηση ενός μορφώματος. Τα συμπτώματα δεν σημαίνουν απαραίτητα πυογόνο κοκκίωμα, αλλά χρειάζονται διάγνωση.
Το πυογόνο κοκκίωμα στη μύτη είναι καλοήθης βλάβη και συνήθως αντιμετωπίζεται αποτελεσματικά. Η έντονη αγγείωσή του όμως εξηγεί γιατί αιμορραγεί εύκολα και γιατί η αφαίρεση πρέπει να γίνεται οργανωμένα, με ιστολογική επιβεβαίωση και κατάλληλη παρακολούθηση.


