Η επίμονη ζάλη αντίληψης-στάσης είναι μια χρόνια λειτουργική διαταραχή του συστήματος ισορροπίας. Ο διεθνής όρος είναι persistent postural-perceptual dizziness ή PPPD. Προκαλεί αίσθημα αστάθειας, θολής αντίληψης του χώρου ή μη περιστροφικής ζάλης που επιμένει, παρότι οι συνήθεις εξετάσεις μπορεί να μην δείχνουν ενεργή βλάβη.
Αυτό δεν σημαίνει ότι τα συμπτώματα ανήκουν στη φαντασία του ασθενή. Μετά από ένα αρχικό επεισόδιο ιλίγγου ή άλλη διαταραχή, ο εγκέφαλος μπορεί να παραμείνει υπερβολικά εξαρτημένος από την όραση και σε συνεχή επιφυλακή για απώλεια ισορροπίας. Η διάγνωση βασίζεται σε συγκεκριμένα θετικά χαρακτηριστικά και όχι μόνο στο ότι οι εξετάσεις είναι φυσιολογικές.
Πώς περιγράφεται συνήθως η ζάλη
Οι περισσότεροι ασθενείς δεν περιγράφουν έντονη περιστροφή του χώρου. Μιλούν για αστάθεια, κλυδωνισμό, αίσθηση ότι περπατούν σε μαλακό έδαφος, θολούρα ή δυσκολία να προσανατολιστούν. Τα συμπτώματα μπορεί να διαρκούν ώρες, να αυξομειώνονται και να γίνονται εντονότερα όσο περνά η ημέρα.
Για να τεθεί η διάγνωση, ένα ή περισσότερα από αυτά τα συμπτώματα πρέπει να υπάρχουν τις περισσότερες ημέρες για τουλάχιστον τρεις μήνες και να προκαλούν ουσιαστική ενόχληση ή περιορισμό. Μικρές παροξύνσεις διάρκειας λίγων δευτερολέπτων μπορεί να συμβαίνουν, αλλά δεν αρκούν από μόνες τους.
Ποιες καταστάσεις επιδεινώνουν τα συμπτώματα
Η επίμονη ζάλη αντίληψης-στάσης συνήθως χειροτερεύει όταν ο ασθενής στέκεται ή περπατά, όταν κινεί το κεφάλι ή το σώμα και όταν μετακινείται παθητικά, για παράδειγμα μέσα σε αυτοκίνητο ή ασανσέρ. Οι τρεις παράγοντες δεν είναι πάντα εξίσου ενοχλητικοί, αλλά πρέπει να αναγνωρίζονται στο ιστορικό.
Έντονη επιδείνωση μπορεί να προκαλούν τα πολυσύχναστα καταστήματα, η κίνηση στον δρόμο, τα ράφια ενός σούπερ μάρκετ, οι κυλιόμενες σκάλες και οι γρήγορες εικόνες σε οθόνη. Το οπτικό σύστημα δίνει πολλές πληροφορίες κίνησης και ο εγκέφαλος δυσκολεύεται να τις συνδυάσει με τα σήματα από το έσω αυτί και την αίσθηση της θέσης του σώματος.
Τι μπορεί να προηγηθεί της επίμονης ζάλης
Η διαταραχή συχνά αρχίζει μετά από ένα γεγονός που προκαλεί ίλιγγο ή αστάθεια. Παραδείγματα είναι ο καλοήθης παροξυσμικός ίλιγγος θέσης, η αιθουσαία νευρίτιδα, η αιθουσαία ημικρανία, μια κρίση πανικού με έντονη ζάλη, μια διάσειση ή ένα επεισόδιο λιποθυμικής τάσης. Μερικές φορές το αρχικό πρόβλημα έχει θεραπευτεί, αλλά η αίσθηση αστάθειας επιμένει.
Η PPPD μπορεί επίσης να συνυπάρχει με άλλη αιθουσαία πάθηση. Η παρουσία της δεν αποκλείει ημικρανία, νόσο Ménière, ορθοστατική υπόταση ή αγχώδη διαταραχή. Η σωστή αξιολόγηση πρέπει να ξεχωρίζει ποιο μέρος της εικόνας οφείλεται στην επίμονη λειτουργική διαταραχή και ποιο χρειάζεται διαφορετική θεραπεία.
Γιατί οι εξετάσεις μπορεί να είναι φυσιολογικές
Οι εξετάσεις ακοής, ο οφθαλμοκινητικός έλεγχος και οι αιθουσαίες δοκιμασίες μπορεί να είναι φυσιολογικές ή να δείχνουν μόνο το αποτύπωμα του αρχικού επεισοδίου. Η PPPD δεν προκαλείται απαραίτητα από συνεχιζόμενη βλάβη του λαβυρίνθου. Σχετίζεται με τον τρόπο με τον οποίο ο εγκέφαλος επεξεργάζεται τα σήματα ισορροπίας, κίνησης και οπτικού περιβάλλοντος.
Για αυτό η φράση «δεν βρέθηκε κάτι» δεν ολοκληρώνει τη διερεύνηση. Ο γιατρός πρέπει να επιβεβαιώσει ότι το μοτίβο πληροί τα διαγνωστικά κριτήρια και ότι δεν υπάρχει καλύτερη εξήγηση. Η διάγνωση είναι κλινική και απαιτεί προσεκτικό ιστορικό.

Πώς γίνεται η διάγνωση
Ο ΩΡΛ ή ο νευρολόγος ρωτά πώς ακριβώς αισθάνεται ο ασθενής, πόσες ώρες διαρκεί η ζάλη, πόσες ημέρες τον μήνα εμφανίζεται και τι την επιδεινώνει. Εξετάζει επίσης το αρχικό συμβάν, τη βάδιση, την ακοή, τις ημικρανίες, τα φάρμακα, την αρτηριακή πίεση και το άγχος που μπορεί να συνοδεύει ή να ενισχύει τα συμπτώματα.
Ανάλογα με την εικόνα μπορεί να ζητηθούν ακοόγραμμα, αιθουσαίες δοκιμασίες, απεικόνιση ή καρδιολογικός και νευρολογικός έλεγχος. Οι εξετάσεις δεν γίνονται όλες σε κάθε ασθενή. Επιλέγονται για να διερευνηθούν συγκεκριμένα ευρήματα και να αποκλειστούν παθήσεις που χρειάζονται διαφορετική αντιμετώπιση.
Ποιες θεραπευτικές προσεγγίσεις για την επίμονη ζάλη αντίληψης-στάσης χρησιμοποιούνται
Η αντιμετώπιση συνήθως περιλαμβάνει πολλούς παράγοντες. Η ενημέρωση για τον μηχανισμό της διαταραχής μειώνει τον φόβο ότι κάθε επεισόδιο σημαίνει νέα βλάβη. Η αιθουσαία αποκατάσταση χρησιμοποιεί σταδιακές ασκήσεις κίνησης, ισορροπίας και οπτικής έκθεσης, ώστε το νευρικό σύστημα να προσαρμοστεί χωρίς να προκαλούνται ανεξέλεγκτες εξάρσεις.
Η γνωσιακή συμπεριφορική θεραπεία μπορεί να βοηθήσει όταν έχει δημιουργηθεί κύκλος φόβου, υπερεπαγρύπνησης και αποφυγής. Σε ορισμένους ασθενείς χρησιμοποιούνται αντικαταθλιπτικά φάρμακα όπως SSRIs ή SNRIs, ιδίως όταν συνυπάρχουν άγχος ή κατάθλιψη. Ωστόσο, η επιλογή γίνεται εξατομικευμένα και η διαθέσιμη τεκμηρίωση από αυστηρές τυχαιοποιημένες μελέτες ειδικά για PPPD παραμένει περιορισμένη.
Αν υπάρχει αιθουσαία ημικρανία, ενεργή νόσος του έσω αυτιού ή ορθοστατικό πρόβλημα, αντιμετωπίζεται παράλληλα. Η θεραπεία δεν βασίζεται σε μία άσκηση ή σε ένα χάπι. Χρειάζεται συντονισμένο πρόγραμμα, ρεαλιστικοί στόχοι και σταδιακή επάνοδος στις δραστηριότητες.
Τι μπορείτε να κάνετε στην καθημερινότητα για την επίμονη ζάλη αντίληψης-στάσης
Η πλήρης αποφυγή κίνησης και πολυσύχναστων χώρων μπορεί να ενισχύσει την ευαισθησία. Με την καθοδήγηση θεραπευτή, προτιμάται σταδιακή και ελεγχόμενη έκθεση. Σταθερό πρόγραμμα ύπνου, τακτική ήπια άσκηση, επαρκής ενυδάτωση και διαλείμματα από απαιτητικές οθόνες μπορούν να μειώσουν επιβαρυντικούς παράγοντες.
Ένα ημερολόγιο βοηθά να καταγραφούν η διάρκεια, οι εκλυτικοί παράγοντες και η επίδραση στις δραστηριότητες. Δεν χρειάζεται όμως συνεχής παρακολούθηση κάθε μικρής μεταβολής, γιατί μπορεί να αυξήσει την υπερεπαγρύπνηση. Ο στόχος είναι να αναγνωρίζεται η συνολική πορεία και όχι να ελέγχεται κάθε στιγμή.
Πότε η ζάλη χρειάζεται άμεση εκτίμηση
Νέα έντονη ζάλη με αδυναμία ή μούδιασμα στη μία πλευρά, δυσκολία στην ομιλία, διπλωπία, ξαφνικό σοβαρό πονοκέφαλο, απώλεια συνείδησης, πόνο στο στήθος ή αδυναμία βάδισης χρειάζεται επείγουσα αξιολόγηση. Τα συμπτώματα αυτά δεν πρέπει να αποδίδονται αυτόματα σε γνωστή PPPD.
Η επίμονη ζάλη αντίληψης-στάσης είναι αναγνωρισμένη διαταραχή με συγκεκριμένο μοτίβο. Η έγκαιρη διάγνωση αποτρέπει άσκοπες επαναλήψεις εξετάσεων και επιτρέπει ένα στοχευμένο πρόγραμμα αποκατάστασης. Η βελτίωση είναι συνήθως σταδιακή και αξιολογείται με βάση τη λειτουργικότητα, όχι μόνο την πλήρη απουσία κάθε αίσθησης ζάλης.


